Long live the King of Mercy.

W.A.S.P.– “The Crimson Idol”
1992 – Capitol Records/Parlophone/EMI

1. The Titanic Overture
2. The Invisible Boy
3. Arena Of Pleasure
4. Chainsaw Charlie (Murders In The New Morgue)
5. The Gypsy Meets The Boy
6. Doctor Rockter
7. I Am One
8. The Idol
9. Hold On To My Heart
10. The Great Misconceptions Of Me

“Some people never go crazy. What truly boring lives they must lead”. Η ατάκα του μεγάλου Charles Bukowski μπορεί να περιγράψει ιδανικά την προσωπικότητα του Blackie Lawless. Τον mastermind των W.A.S.P.

Ο Steven Edward Duren, κατά κόσμον γνωστός ως Blackie Lawless, έπειτα από την αναχώρηση του κιθαρίστα Chris Holmes των W.A.S.P. το 1989, αρχίζει να γράφει μουσική για το προσωπικό του project. To 1992 και μετά από μεγάλη πίεση από τους promoter και τους fan του συγκροτήματος, θα κυκλοφορήσει το “The Crimson Idol” υπό το όνομα των W.A.S.P. που από πολλούς (ναι και εμένα) θεωρείται, ίσως, το καλύτερο concept heavy metal album όλων των εποχών. Το ίδιο όμως δεν ίσχυε και για την περίοδο που κυκλοφόρησε, καθώς οι πωλήσεις του δίσκου δεν ήταν οι επιθυμητές. Αυτό ίσως οφείλεται στο πιο σκοτεινό στοιχείο που χαρακτηρίζει το “The Crimson Idol” και για αυτό το λόγο δεν έκανε μεγάλη αίσθηση στην πλειοψηφία των glam metal fans της εποχής.

Το “The Crimson Idol” είναι ένας “rock opera” δίσκος, που μας αφηγείται την ιστορία ενός μυθιστορηματικού rock star, του Jonathan (The Story of Jonathan).

Πιο συγκεκριμένα. O Jonathan Aaron Steele μεγαλώνει σε μια μεσοαστική οικογένεια με δύο γονείς που τον κακοποιούν συναισθηματικά και σωματικά και έναν μεγαλύτερο αδερφό που προσπαθεί να τον εμψυχώνει και να τον στηρίζει. Στον αδερφό του Jonathan, Michael, οι γονείς τους συμπεριφέρονται σαν πρίγκιπα, σε αντίθεση με τον Jonathan που είναι το “μαύρο πρόβατο”. Ο πατέρας του τον χτυπάει ανελέητα και η μητέρα του είναι θρησκευτική ζηλώτρια.  Μια ημέρα ο αδερφός του Jonathan θα χάσει τη ζωή του από έναν μεθυσμένο οδηγό. Εκείνος νιώθει πως έχασε τον μόνο πραγματικό του φίλο και το μοναδικό του στήριγμα στη ζωή.  Έτσι λοιπόν ξεκινάει να περιπλανιέται στους δρόμους, ανακαλύπτει τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Σε ένα από τα “ξεσπάσματά” του και καθώς είναι υπό την επήρεια, βλέπει στην βιτρίνα ενός μαγαζιού με μουσικά όργανα, μια πορφυρή ηλεκτρική κιθάρα. Πετάει το μπουκάλι, σπάει την βιτρίνα και αρπάζει την κιθάρα. Σύντομα ανακαλύπτει πως αυτή η κιθάρα είναι ο μόνος τρόπος να εκφράσει τα συναισθήματά του και να εκπληρώσει το όνειρό του να γίνει μουσικός. Φεύγει από το σπίτι του και με ωτοστόπ καταφέρνει να φτάσει στην “μεγάλη” πόλη, όπου συναντά τον πρόεδρο μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας. Εκεί θα υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο.

Ο Jonathan γρήγορα σκαρφαλώνει προς την κορυφή με παρέα τα ναρκωτικά. Καθώς ο χρόνος περνούσε, συνειδητοποιούσε πως παρόλη τη φήμη, τη δόξα και τα λεφτά, κανείς πραγματικά δεν τον αγαπάει ή νοιάζεται για αυτόν. Μια ημέρα ο μάνατζερ του, τον βρίσκει “κομμάτια” σε ένα party και απειλεί να τον παρατήσει εάν δεν “doesn’t stop this f***ing debauchery”,  όπως ακούγεται και στο album. O Jonathan γνωρίζει πως δεν νοιάζει τον μάνατζέρ του να “καθαρίσει”, επειδή ενδιαφέρεται για εκείνον, αλλά επειδή είναι ταλαντούχος και έχει την προοπτική να του κερδίσει παραπάνω χρήματα. Εκεί ο Jonathan, καταλαβαίνει πόσο μόνος είναι στη ζωή. Έτσι αποφασίζει να τηλεφωνήσει στο σπίτι του, στην μητέρα του, πιστεύοντας πως μετά από την τόση δόξα, τις επιτυχίες και την φήμη του, θα καταφέρει να έχει την αποδοχή των γονιών του. Αφού μιλάνε για λίγη ώρα στο τηλέφωνο, η μητέρα του τού το κλείνει λέγοντάς του: “We have no son”. Ο Jonathan ξαναβιώνει την απόρριψη και αισθανόμενος πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα για εκείνον, αρπάζει την πορφυρή του κιθάρα, ξεριζώνει τις χορδές, τις κάνει θηλιά και κρεμιέται. 

I desperately wanted them to approve of me, to accept me –

 it was all I ever wanted.

 I hoped my success would finally prove my worthiness 

and they would welcome the prodigal son home. 

All I wanted was for them to be proud of me but less than 50 words were spoken. 

The last four were 

“We have no son”

Αυτό είναι το θλιβερό τέλος του Jonathan, τον οποίο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε σίγουρα, σαν τραγική φιγούρα.

Τα τραγούδια σε αυτό το album είναι όλα ένα και ένα, χειρουργικά τοποθετημένα με τη συγκεκριμένη σειρά, με στόχο την αφήγηση αυτής της ιστορίας. Αξιοσημείωτα είναι το πανέμορφο “The Idol“, όπου το συναίσθημα είναι παρόν καθ’ όλη τη διάρκεια και μπορείς να νιώσεις τον πόνο και την μοναξιά του Jonathan. Επίσης στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου, “The Great Misconceptions Of Me“,  ακούμε τον Jonathan να καλωσορίζει το κοινό και πιθανόν και τον ακροατή στο show, στο οποίο ανακοινώνει και το “The great finale”, όπου ο Blackie Lawless μας χαρίζει σκοτεινούς στίχους, λίγο πριν την αυτοκτονία του Jonathan:

Living in the limelight’s, little did I know,
I was dying in the shadows and the mirror was my soul,
It was all I ever wanted,
Everything I dreamed,
But the dream became my nightmare,
No one could hear me scream,
With these six strings I’ll make a noose,
To take my life, it’s time to choose,
The headlines read of my demise,
Of my SUICIDE
“.

Έπειτα το τραγούδι ακολουθεί πιο ήπιους τόνους και μας αφήνει να “θρηνήσουμε” τον Jonathan. Το “The Crimson Idol” κυκλοφόρησε πριν 29 χρόνια και μέχρι σήμερα συγκλονίζει. Είναι ήπιο, έχει ξεσπάσματα, κλιμακώνεται και μας ανατριχιάζει. 

Για κλείσιμο μερικά fun facts γύρω από τον δίσκο : 

Το “The Crimson Idol” επανακυκλοφόρησε το 2018 υπό τον τίτλο Reidolized (The Soundtrack to the Crimson Idol).

Μαζί με την επανακυκλοφορία του δίσκου, δημοσιεύθηκε και η ταινία με την ιστορία του Jonathan που συνοδεύει το album, η οποία υπήρχε σαν ιδέα από το μακρινό 1992. 

Αφού ο Blackie είχε ολοκληρώσει το γράψιμο του δίσκου, είχε συζητήσεις με σκηνοθέτες, παραγωγούς και άλλους, με στόχο να γυρίσουν μια κανονική, μεγάλου μήκους ταινία. Η δισκογραφική ΕΜΙ αρνήθηκε, διότι ο ηθοποιός που θα υποδυόταν τον Jonathan δεν ήταν αυτός που είναι σήμερα. Ο λόγος για τον Johnny Depp.

Leave a Reply

Your email address will not be published.